Δίψα για τον Χάρι Χόλε
Μάρτιος 11, 2017
Τέλος εποχής με τον θάνατο του Θεόδωρου Νικολαΐδη
Μάρτιος 19, 2017

Ενημέρωση από το Facebook και οι πληγές της δημοσιογραφίας

Ποια τηλεόραση, ποιο ραδιόφωνο και ποια εφημερίδα; Facebook και ξερό ψωμί. Το Τμήμα Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και η Ένωση Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Μακεδονίας – Θράκης παρουσίασαν έρευνα, η οποία διεξάγεται από το 2012 από το Ινστιτούτο του Πρακτορείου Ρόιτερ για τη μελέτη της δημοσιογραφίας σε συνεργασία με το πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Πρώτη φορά διενεργήθηκε στην Ελλάδα την προηγούμενη χρονιά μέσω διαδικτυακών ερωτηματολογίων και σε αυτήν αποτυπώνονται οι συνήθειες κατανάλωσης ειδήσεων στο διαδίκτυο σε 50.000 άτομα από 26 χώρες.

Τα στοιχεία στην Ελλάδα είναι χαρακτηριστικά και απογοητευτικά. Τα ποσοστά εμπιστοσύνης στις ειδήσεις (20%), στα μέσα μαζικής ενημέρωσης (16%) και στους δημοσιογράφους (11%) είναι τα χαμηλότερα από τις 26 χώρες. Οι πολίτες δεν αγοράζουν έντυπα και δεν είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν συνδρομές σε ιστοσελίδες με ειδησεογραφικό περιεχόμενο. Σύμφωνα με το ερωτηματολόγιο, μόλις 7% των Ελλήνων χρηστών είναι διατεθειμένο να πληρώσει για να έχει πρόσβαση σε αυτές.

Από αριστερά: Ο Νίκος Παναγιώτου, επίκουρος καθηγητής του Τμήματος Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ, η Δήμητρα Δημητρακοπούλου, επίκουρη καθηγήτρια του Τμήματος Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ, και ο γενικός διευθυντής της ΕΣΗΕΜ-Θ Γιάννης Κοτσιφός

Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποτελούν πλέον την κύρια πηγή ενημέρωσης των Ελλήνων χρηστών του διαδικτύου! Περισσότεροι από τους μισούς (55%) τα προτιμούν για την ενημέρωσή τους, με πρώτη επιλογή το Facebook (68%). Το τραγικό είναι ότι ένας στους πέντε πιστεύει αυτά που διαβάζει! Η διασπορά ψευδών ειδήσεων μέσω του διαδικτύου αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες πληγές που καλείται να αντιμετωπίσει η κοινωνία της ηλεκτρονικής πληροφόρησης.

Οι υπεύθυνοι της έκδοσης των αποτελεσμάτων της έρευνας για την Ελλάδα, επίκουροι καθηγητές του ΑΠΘ Νίκος Παναγιώτου και Δήμητρα Δημητρακοπούλου, τόνισαν: «Παρουσιάζουμε την έρευνα προκειμένου να αποτελέσει μια αφορμή για να διερευνηθεί ο διάλογος, ο οποίος δεν αφορά μόνο τα ΜΜΕ. Δεν θέλουμε να τον κρατήσουμε εντός των τειχών. Ουσιαστικά θέλουμε να εγκαινιάσουμε μια ευρύτερη συζήτηση που πρέπει να γίνει, καθώς αναφερόμαστε σε έναν βασικό πυλώνα της δημοκρατίας μας. Καταγράφεται μια γενικότερη ένδειξη αμφισβήτησης στο πολιτικό σύστημα με παράλληλη έλλειψη εμπιστοσύνης στα ΜΜΕ, τα οποία οι πολίτες εκτιμούν ότι επηρεάζονται από επιχειρηματικά και πολιτικά συμφέροντα και ειδικά στην Ελλάδα το ποσοστό αυτό προσεγγίζει ποσοστά πρωτόγνωρα».

Οι εφημερίδες ασφαλώς βρίσκονται σε ιστορική καμπή. Μένει να αποδειχτεί αν θα επιβιώσουν ή θα αφανιστούν. Το σενάριο της επιβίωσης προκρίνει ο «γκουρού» της διαφήμισης σερ Μάρτιν Σορέλ. Ο σύμβουλος της GroupM, της μεγαλύτερης διαφημιστικής εταιρείας στον κόσμο, με άρθρο του στην «Telegraph» υποστηρίζει τη μεγάλη σημασία που έχει η βιωσιμότητα των εφημερίδων και προσθέτει ότι οι πελάτες του δεν πρέπει να παραβλέπουν τα διαφημιστικά οφέλη των εντύπων, ούτε να ξοδεύουν αλόγιστα τα χρήματά τους στα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης, που βρίθουν από λανθασμένες ή ψευδείς ειδήσεις και παράλληλα δεν διστάζουν να θυσιάσουν το έγκυρο ρεπορτάζ για μερικά παραπάνω «κλικ».

Ο σερ Σορέλ αναφέρει ότι η μείωση των πωλήσεων των εφημερίδων συνδέεται με την πτώση των εμπορικών εσόδων. Αυτό, όπως εξηγεί, έχει βάση, καθώς οι διαφημιζόμενοι θέλγονται από την αμεσότητα και την ακριβή στόχευση καταναλωτικών κοινών που παρέχει το διαδίκτυο. «Οι διαφημιστές ονειρεύονται ψηφιακούς παραδείσους».

Επισημαίνει ωστόσο ότι το παραμύθι έχει «δράκο». Οι ψηφιακές διαφημίσεις τοποθετούνται και ελέγχονται ρομποτικά. Έτσι πολλές φορές κινδυνεύουν να δημοσιευτούν δίπλα σε προσβλητικό υλικό – κάτι που μακροπρόθεσμα ενδεχομένως βλάψει ανεπανόρθωτα τον διαφημιζόμενο. «Τέτοιου είδους κενά της διαδικτυακής διαφήμισης σε συνδυασμό με τα fake news, την παραπληροφόρηση και τις “κίτρινες” κατηγορίες θα έπρεπε να κάνουν τον κόσμο να επιζητεί την παραδοσιακή δημοσιογραφία – την αξιοπιστία, τη συνέπεια και την εγκυρότητα που παρέχουν οι εφημερίδες».

Με το διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης να είναι πλέον η βασική πηγή ενημέρωσης, όπως κατέδειξε και η έρευνα στην Ελλάδα, και το ρεπορτάζ να περνά δύσκολες μέρες στην εποχή όπου ζητούμενο είναι η ταχύτητα και το κέρδος, είναι πρόσφορο το έδαφος για τις ψευδείς ειδήσεις, τα γνωστά fake news. Οι «πηγές» –γενικώς και αορίστως-, οι φήμες που διαδίδονται με ταχύτητα και οι ανυπόγραφες «γνώμες» κάνουν τον γύρο του διαδικτύου σε χρόνο μηδέν. «Δημοσιογράφοι» (πολύ συχνά με ψευδώνυμα) σε σάιτ, για παράδειγμα, σπείρουν «ειδήσεις» Το τραγικό είναι ότι ακόμη κι αν αργότερα διαψευστούν, ουδείς θα τους εγκαλέσει και θα τους διώξει για διασπορά ψευδών ειδήσεων, η οποία είναι ποινικό αδίκημα και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης.

Οι ρυθμός ροής και καταγραφής «ειδήσεων» είναι τέτοιος, που ουδείς θα τις θυμάται ακόμη και την επόμενη ημέρα. Αυτό πρέπει να εμπεδώσουν οι επισκέπτες των και καλά ενημερωτικών ιστοσελίδων. Να διαβάζουν πάντα πίσω από τις λέξεις, να πονηρεύονται με τη θεματογραφία και να επιλέγουν προσεκτικά από πού θα ενημερωθούν. Γιατί στο διαδίκτυο η επισκεψιμότητα και το κέρδος είναι οι λέξεις-κλειδιά, οπότε τα αφεντικά δεν ορρωδούν προ ουδενός.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *